Ο Θείος μου ο Γιάννης με έκανε πουτάνα

Gay ερωτικές ιστορίες – Ο Θείος μου ο Γιάννης με έκανε πουτάνα
Από μικρός θυμάμαι ότι το πιο κοντινό μου άτομο ήταν ο θείος μου ο Γιάννης. Χωρισμένος με την γυναίκα του και είχε ένα γιό με τον οποίο δεν είχε καθόλου σχέσεις. Επομένως θεωρούσα λογική την υπερβολική αγάπη που είχε για μένα. Οι γονείς μου είναι ευκατάστατοι αλλά δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερο χρόνο να ασχοληθούν με εμένα. Έτσι ο θείος μου ήταν όχι μόνο φίλος μου αλλά και πατέρας μου θεωρητικά.

Δεν μπορώ να πω ότι ήταν όμορφος. Ήταν αυτό που λέμε “λαϊκός τύπος” και σαματατζής. Μπουζούκια, μουσική στη διαπασών στο αυτοκίνητο και φτηνό γούστο. Από σχέσεις δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο απλώς κάτι Ρωσσίδες και Βουλγάρες πιτσιρίκες που δούλευαν σε μπάρ και όποτε ήθελε να γαμήσει τις έπαιρνε τηλέφωνο και με ένα χαρτζηλίκι βγαίνανε. Ξέχασα να σας πω ότι μένουμε σε επαρχία αλλά δεν θέλω να σας πω σε ποιά.

Τα 2-3 χρόνια μετά το λύκειο ασχολήθηκα με την γυμναστική γιατί το όνειρό μου είναι να γίνω μοντέλο. Μέχρι και αναβολικά πήρα για να έχω το αποτέλεσμα που ήθελα ώστε κάποια στιγμή όλοι με φώναζαν “τούμπανο”.
Άρχισα να στέλνω φωτογραφίες μου σε εταιρίες για διαφημίσεις αλλά δεν έβλεπα να γίνεται τίποτα. Τότε πήρα την μεγάλη απόφαση να σπουδάσω στην Αθήνα.

Νοίκιασα ένα σπίτι στα βόρεια προάστια και έμενα μόνος μου. Ο θείος μου ερχόταν σχεδόν κάθε δεκαπέντε μέρες και έμενε το Σαββατοκύριακο γιατί και αυτός δουλεύει. Στην Αθήνα δεν είχα πολλούς φίλους και ήμουν ακόμα κολλημένος με το χωριό μου. Και από γκόμενες ξεραϊλα, τίποτα. Πριν ένα χρόνο περίπου ήρθε ο θείος μου ο Γιάννης στο σπίτι και ήταν πολύ κεφάτος.

“Απόψε θα το κάψουμε. Θέλω να διασκεδάσουμε γιατί από τότε που έφυγες έχασα την παρέα μου.” μου είπε.

“Και το συζητάς ρε θείε?” άλλο που δεν ήθελα.”

Πήγαμε σε ένα μπαράκι και ήπιαμε τα ποτά μας. Οι κοπέλλες του μπάρ ήρθαν και τις κεράσαμε αλλά μέχρι εκεί. Παρόλο που τις έβλεπα διαθέσιμες να συνεχίσουμε ο θείος μου έμεινε στο ποτό.

Τραγούδια ένα κι ένα και το κέφι δεν άργησε να έρθει. Φύγαμε γύρω στις 3. “Πάμε μια βόλτα στην παραλία?” μου είπε Και πήγαμε στα βραχάκια της Βουλιαγμένης. Γκολ και οι δύο, χωρίς γκόμενες και με τους πούτσους τούμπανο. Μόλις φτάσαμε χαμήλωσε την μουσική και άναψε τσιγάρο.

“Πως τα περνάς εδώ?” με ρώτησε

“Καλούτσικα αλλά μόνος” του είπα

“Γκόμενες?”

“Μπα τίποτα το ιδιαίτερο” είπα

“Μου λείπεις πολύ και είμαι και εγώ εντελώς μόνος μου”

Λέγοντας αυτό έβαλε το χέρι του στους ώμους μου και ήρθε κοντά μου. Με κοίταξε στα μάτια όπως δεν με είχε ξανακοιτάξει και αιστάνθηκα περίεργα. Θα είναι από το ποτό σκέφτηκα…

“Εγώ σου έλειψα?” με ρώτησε

“Όλοι από το χωριό μου λείψατε”

“Εγώ σε ρωτάω για μένα συγκεκριμένα. Σου έλειψα?”

Η φωνή του ήταν κοφτή και παρατήρησα πως είχε αγριέψει ελαφρώς και περίμενε μια απάντηση που σήμαινε πολλά εκείνη την ώρα.

“Μου έλειψες όσο κανένας από τους άλλους” του είπα και αμέσως απόρησα πως βγήκε αυτό από το στόμα μου.

Χωρίς να το καταλάβω με τράβηξε κοντά του και μέχρι να το καταλάβω, με φιλούσε με πάθος και λατρεία. Η αναπνοή του μύριζε ποτό και τσιγάρο και το χέρι του πίεζε το δικό μου να του πιάσω τον πούτσο που ήταν
έτοιμος να σπάσει το φερμουάρ του τζήν. Ήμουν σαν υπνωτισμένος. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν τυχαίο το ότι δεν είχα δημιουργήσει καμμία σχέση τόσον καιρό στην Αθήνα όπως δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι ήθελα πάντα να είμαι συνέχεια μαζί του στο χωριό.

“Μα τι κάνεις θείε?” του είπα προσπαθώντας να κρατήσω τα προσχήματα.

“Θέλω να με λες Γιάννη. Αρκετά περιμέναμε.” μου είπε με βραχνή φωνή.

Άν και αυτά που γινόντουσαν ήταν αρκετά πιο τολμηρά, ακόμα δεν μπορούσα να τον πω Γιάννη.

Το χέρι μου εξακολουθούσε να είναι έξω από το παντελόνι του και να αγγίζει τον πούτσο του. Άνοιξε το φερμουάρ και είδα πως το κεφάλι είχε πεταχτεί έξω από το σλιπάκι του και ήταν κατακόκκινο.

“Γλύψτο” μου είπε και πίεσε το πρόσωπό μου χαμηλά βίαια.

“Δεν θέλω” του είπα

“Αντιρήσεις δεν θα φέρνεις σε μένα” μου είπε και χωρίς δεύτερη κουβέντα κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έβγαλε από το πορτ μπαγκάζ την κυνηγητική του καραμπίνα.

“Διάλεξε, ή μαζί μου ή δεν θα σε έχει κανένας και καμμία”

Με έπιασε πανικός. Ήξερα ότι του άρεσε το κυνήγι αλλά δεν πίστευα ότι θα κουβαλούσε στο αυτοκίνητό του την καραμπίνα του. Δεν μπορούσα να πιστέψω όλα αυτά που γινόντουσαν. Κοίταξα γυρω μου. Ερημιά. Ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο και κατέβασε τα καθίσματα. Χωρίς να μου το ζητήσει τώρα κατέβασε το παντελόνι του κάτω από τα γόνατα και με έβαλε με το ζόρι να του τον πάρω πίπα.

Πνιγόμουν. Τα προσόντα του θείου μου ήταν πλούσια και από ότι μου είχε πει όταν είμασταν ακόμα στο σπίτι είχε καιρό να πάει με γυναίκα. Προσπαθούσα να βρω τρόπο να ανασάνω αλλά ο πούτσος του είχε φτάσει μέχρι τον εισοφάγο. Μου γαμούσε το στόμα ενώ το χέρι του χάϊδευε την τρυπούλα μου. Είχε βάλει μέσα το δάχτυλό του και μπορώ να πώ ότι αυτό τον κάβλωνε περισσότερο και από την πίπα που του έκανε το μέχρι στιγμής παρθένο στόμα μου.

Μετά από ώρα, δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο κράτησε γιατί εμένα μου φάνηκε αιώνας, έχυσε μέσα στο στόμα μου. Πήγα να κάνω εμετό αλλά με πίεσε να τα καταπιώ.

“Τώρα πια δεν μας χωρίζει τίποτα. Αλλά δεν τελειώσαμε ακόμα” μου είπε.

Μου έβγαλε το παντελόνι και αισθανόμουν τέτοιον εξευτελισμό μετά από την πίπα που του πήρα με το ζόρι και το ότι είχα καταπιεί τα χύσια του που πλέον δεν αντέδρασα. Με έβαλε στα τέσσερα και άρχισε να μου γλύφει τα κολομέρια και την κολοτρυπίδα. Αυτό με χαλάρωσε και αφέθηκα.

“Σαρέσει?” με ρώτησε

Δεν απάντησα αλλά κατάλαβε πως ναι γιατί συνέχισα να είμαι στη στάση που με έβαλε χωρίς να φέρνω πλέον αντίσταση. Έφερε τον πούτσο του και τον έπαιξε αρκετά γύρω γύρω από το γλειμένο κόλο μου και σιγά σιγά τον έβαλε μέσα. Στην αρχή ο πόνος ήταν σαν μαχαιριές. Τον παρακαλούσα να σταματήσει αλλά όσο προχωρούσε και έμπαινε μέσα μου άρχισα να τον θέλω.

Όταν κάποια στιγμή έχυσε το σώμα του ήταν κολλημένο επάνω στο δικό μου και το χέρι του μου τραβούσε μαλακία. Τα χύσια του καυτά εκσφενδονίστηκαν μέχρι τον πάτο μου και χύσαμε μαζί πολύ άγρια. Μόλις ηρεμήσαμε έμεινε ακόμη λίγο μέσα μου και μετά βγήκε σιγά σιγά για να μην με πονέσει.

“Χρόνια το ονειρευόμουν αυτό. Είσαι τα πάντα για μένα. Δεν θέλω να μας χωρίσει κανένας και τίποτα.” μου είπε.

Ντύθηκα χωρίς να του πω ούτε λέξη και έκανε και εκείνος το ίδιο. Μέχρι να φτάσομε στο σπίτι δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη. Μόνο κάπνιζε συνέχεια και ήταν σκεφτικός. Εγώ κοίταζα έξω από το παράθυρο της Μερσεντές.

Φτάνοντας μου είπε:

“Δεν θα ανέβω επάνω. Θα φύγω κατευθείαν. Ξέρεις καθαρά τι αισθάνομαι για σένα και τι θέλω. Άν αισθάνεσαι και εσύ το ίδιο και νομίζεις ότι αυτές οι στιγμές που ζήσαμε απόψε ήταν κάτι, πάρε με τηλέφωνο να ξανακατέβω στην Αθήνα.”

Εκείνη την ώρα δεν του απάντησα. Βιαστικός ανέβηκα στο σπίτι μου σαν κυνηγημένος. Μπήκα στο μπάνιο και τράβηξα την πρώτη μου μαλακία από τον κώλο.

Bokakios.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Call Now Button