Γκει ιστοριες – Ο Κύπριος επισκέπτης

 Είχαμε αποφασίσει με τους φίλους μου, να πάμε στο Όρος, αν μη τι άλλο για ηρεμία. Φτάνοντας στην Ουρανούπολη νωρίς το πρωί, καθίσαμε να πιούμε καφέ και να φάμε κάτι. Από την στιγμή κιόλας που καθίσαμε στο μαγαζί, πρόσεξα ένα τυπάκι, που καθόταν πιο πέρα μόνος. Το εντυπωσιακό πάνω του ήταν τα μάτια και τα χείλια του. Τέλος πάντων, προσπαθούσα να αποφύγω τις διάφορες πονηρές σκέψεις, αφού σκοπός της επίσκεψης μας στο Όρος είχε την ηρεμία.

Εγώ, ο Φάνης κι ο Βασίλης επισκεπτόμασταν πρώτη φορά το Όρος, σε αντίθεση με τον Μηνά, που ήταν κι ο οδηγός μας, μιας και γνώριζε όλες τις διαδικασίες και διαδρομές, που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Επιβιβαστήκαμε στο καραβάκι γρήγορα και ανεβήκαμε στο υψηλότερο σημείο, όπου είχε δυο σειρές καθισμάτων, βρήκαμε μια τετράδα καθισμάτων άδειες κι αφού τακτοποιήσαμε τους σάκους μας την αράξαμε.

Ο Μηνάς, σαν πιο έμπειρος, απαντούσε σε κάθε απορία μας, εγώ όμως εντόπισα στο μπροστινό μέρος του καταστρώματος το μοναχικό τυπάκι, που είχα δει στο café πριν από λίγη ώρα. Όσο και να προσπαθούσε να συγκεντρωθώ σε αυτά που μας έλεγε ο Μηνάς, το μυαλό μου γύριζε συνέχεια στο τυπάκι, το οποίο έριχνα συχνά κρυφές ματιές. Ααα… σκέφτηκα ότι ξεφεύγω και σηκώθηκα να πάω στο πίσω μέρος του κατσαρώματος. Μ’ ακολούθησε ο Φάνης, νομίζοντας ότι με ζάλισε το καραβάκι. Του εξήγησα τι συμβαίνει και γέλασε

–          Φάνης: καλά χαζό είσαι; Και λοιπόν τι έγινε αν γούσταρες και κοιτάς κάποιον; Τι θέλεις δηλαδή, με μια επίσκεψη στο Όρος να γίνει άγιος;
–          Εγώ: όχι φυσικά, αλλά τουλάχιστον να σκεφτώ διαφορετικά πράγματα, απ’ ότι έξω και να ηρεμήσουμε
–          Φάνης: ε τέλος πάντων, δεν ήταν και τόσο τρομερό να κοιτάξεις κάποιον, χαλάρωσε! Λες και θα τον ξανά δεις.
Κι όντως έτσι ήταν, φτάσαμε και πάλι ο Μηνάς να φωνάζει γρήγορα γρήγορα από εδώ κτλ μας οδήγησε στα λεωφορεία, τα οποία θα μας πηγαίνανε στην πρωτεύουσα του Όρους κι από εκεί θα περνάμε άλλο μέσο, για τον προορισμό που είχε επιλέξει ο Μηνάς. Θα καθόμασταν 4 βράδια και κάθε μέρα, θα επισκεπτόμασταν διαφορετικά μέρη.
Η πρώτη μέρα για μας τους νέους εκεί, είχε να κάνει με την προσαρμογή στο πρόγραμμα. Έπρεπε να συνηθίσουμε πολλά πράγματα σε μια μέρα, μάλλον σε λίγες ώρες.
Την επόμενη μέρα, αρκετά πρωί έπρεπε να φύγουμε και πάλι γρήγορα γρήγορα (αυτό το ότι όλα κάποια στιγμή πρέπει να γίνεται πολύ γρήγορα, σ’ ένα μέρος που λογικά κυριαρχεί η ηρεμία, ποτέ δεν το κατάλαβα), για τον επόμενο σταθμό της επίσκεψης μας και το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα το πρωί.
Την τρίτη μέρα, πλέον είχαμε συνηθίσει λιγάκι τις διαδικασίες, φτάναμε στον προορισμό μας, μας τακτοποιούσαν στα δωμάτια και για κάποια ώρα, είχαμε κενό από τις εκεί υποχρεώσεις. Έφτιαξα ένα καφεδάκι, που ετυχώς είχε φροντίσει να προμηθευτεί ο Μηνάς και βγήκα εκτός των τοίχων, μιας και το κάπνισμα απαγορευόταν αυστηρά σε όλους τους χώρους εντός.
Έξω ακριβώς από την πύλη, είχαν ένα στρόγγυλο ξύλινο κιόσκι όπου ήταν το καπνιστήριο. Δεν είχα καταλάβει γιατί το έλεγαν χαριτολογώντας κολαστήριο, αλλά ήταν σε τέτοιο σημείο, που είχες μια εξαιρετική θεά προς την θάλασσα, πολύ καλό μέρος για να χαλαρώσεις. Κάθισα ανάποδα, με θέα προς την θάλασσα δηλαδή, έβαλα τα ακουστικά του κινητού μου στ’ αυτά κι άκουγα μουσική. Κάποια στιγμή ένιωσα δυο τρία χτυπήματα στον ώμο μου, γύρισα και είδα το τυπάκι από το καραβάκι!
–          τυπάκι: με συγχωρείς, είδα ότι έχουμε το ίδιο κινητό κι έχω κάποιο πρόβλημα, μπορείς να με βοηθήσεις;
–          Εγώ: κύπριος έτσι;
–          Τυπάκι: δε σε ρωτάω πως το κατάλαβες! (με γέλια)
–          Εγώ: ναι ναι φυσικά αν μπορώ, γιατί όχι
–          Τυπάκι: μπορώ να κάτσω;
–          Εγώ: φυσικά
–          Τυπάκι: Μάριος
–          Εγώ: Αλέξης
Είχε δυο κινητά κι αυτό που ήταν ίδιο με το δικό μου, ήταν το πρόσφατα αγορασμένο, το πρόβλημα του ήταν ότι δεν μπορούσε να στείλει mms. Μου πήρε λίγο χρόνο, αλλά κατάφερα τελικά να του κάνω τις ρυθμίσεις.
–          Μάριος: σ΄ ευχαριστώ! Ήθελα να στείλω κάποιες φωτογραφίες από εδώ σε φίλους μου και δεν τα κατάφερνα, καλά που ήξερες και με βοήθησες
–          εγώ: να μην το κάνουμε θέμα, δεν ήταν κάτι σπουδαίο. Μόνος είσαι εδώ;
–          Μάριος: ναι μόνος. Ήθελα από καιρό να έρθω, αλλά δεν έβρισκα παρέα και αποφάσισα να ταξιδέψω μόνος μου
–          Εγώ: πρώτη φορά;
–          Μάριος: ναι
–          Εγώ: δύσκολη απόφαση και ειδικά που αποφάσισες να έρθεις μόνος. Κι εγώ πρώτη φορά έρχομαι, αλλά είμαι με φίλους κι ένας από αυτούς έχει έρθει πολλές φορές.
–          Μάριος: τυχερός είσαι, που έχεις κάποιον να ξέρει
–          Εγώ: δεν θα ερχόμουν μόνος, αν δεν υπήρχε κάποιος που ξέρει! Το μετάνιωσες;
–          Μάριος: όχι, αλλά θα ήταν καλύτερα με παρέα.
–          Εγώ: αυτό δεν είναι πρόβλημα. Πόσες μέρες θα κάτσεις;
–          Μάριος: αύριο λέω να φύγω
–          Εγώ: εμείς θα φύγουμε μεθαύριο. Έχεις δουλείες ε;
–          Μάριος: όχι, αλλά και μόνος βαριέσαι εύκολα
–          Εγώ: αν θέλεις, έλα παρέα με μας και φεύγουμε όλοι μαζί μεθαύριο
–          Μάριος: ναι αλλά η παρέα σου μπορεί να έχει πρόβλημα
–          Εγώ: να είσαι σίγουρος ότι κανένας δεν θα έχει πρόβλημα (μ’ ένα πλατύ χαμόγελο σιγουριάς)
Άκουσα μια τσιρίδα από πίσω μας και γυρίζοντας είδα τον Φάνη με τον Βασίλη κρατώντας καφέδες να έρχονται προς το κιόσκι. Ξεροκάταπια, ελπίζοντας να μην πει τίποτα ο Φάνης και προβληματίσει τον Μάριο. Πριν προλάβει ν’ ανοίξει το στόμα του ο Φάνης, πήρα την πρωτοβουλία να του συστήσω.
–          εγώ: από δω ο Μάριος από Κύπρο και ήρθε μόνος εδώ κι από εδώ ο Φάνης κι ο Βασίλης κι ένας ακόμα ο Μηνάς, που θα μας πει ο Φάνης που είναι
–          Φάνης: ο μηνάς ψάχνει κάτι γνωστούς του, θα έρθει σε λίγο. Καλέ εσύ; γιατί ταξιδεύεις μόνος;
Δαγκώθηκα!!! Έκανε την μαλακία που περίμενα!
–          Μάριος: δεν εβρισκα παρεα και έτσι είμαι μόνος
–          Φάνης: καλέ τι μόνος!!! Εμείς τι κάνουμε εδώ! (μου έριξε μια με την παλάμη του στο στήθος) καλά το παιδί είναι μόνο του και του πρόσφερες την παρέα μας;
–          Μάριος: όχι ίσα ίσα ο Άλεξ μου πρότεινε αμέσως να έρθω στην παρέα σας!
–          Φάνης: (σκύβοντας στο αυτί μου) όχι που θα σου ξέφευγε τσούλα
Του έριξα μια αγκωνιά στο στομάχι και τον αγκάλιασα βάζοντας το χέρι μου γύρω από τον λαιμό του, βλέποντας τον Μάριο να μας κοιτάει λιγάκι απορημένος
–          εγώ: δε σε ρώτησα Μάριε; Καφέ δεν πίνεις;
–          Μάριος: ήθελα, αλλά δεν βρήκα πουθενά να πουλάνε
–          Φάνης: ε μη μου πεις ότι δεν είδες το café πριν βγεις από την πύλη στα δεξιά;
–          Εγώ: μην τον ακούς Μάριε, είναι ο χιουμορίστας της παρέας, δεν πουλάνε πουθενά καφέ, εκτός από την πρωτεύουσα κι αν δεν ήταν ο Μηνάς να το γνωρίζει, ούτε κι εμείς θα είχαμε καφέ. Πες μου τι καφέ πίνεις και θα πάμε μαζί με τον Φάνη να στον φέρουμε, όσο ο Βασίλης θα σου κάνει παρέα!
–          Μάριος: ε μην σας βάλω σε κόπο
–          Φάνης: καλέ τι κόπος, μερικοί καίγο..
Του βούλωσα το στόμα και ξανά ρώτησα για το πώς πίνει τον καφέ του
–          Μάριος: σκέτο
–          Εγώ: σε 2’ θα τον έχεις
Σχεδόν έσερνα τον Φάνη για να πάμε μέσα να κάνουμε τον καφέ, δηλαδή όχι ότι τον χρειαζόμουν, αλλά ήθελα να τον κράξω.
–          εγώ: καλά βλαμμένος είσαι; Δεν μπορείς ούτε εδώ μέσα να ηρεμήσεις
–          Φάνης: καλέ κοίτα ποιο μιλάει! Χτυπάς γκόμενο και κράζεις εμένα;
–          Εγώ: δεν χτύπησα τίποτα, αλλά κι έτσι να είναι, δεν χρειάζεται να το ξεφτιλίζεις
–          Φάνης: έχεις δίκιο βρε μωρό, θα φορέσω την αντρουά φορεσιά και θα είμαι σοβαρή
–          Εγώ: σοβαρός
–          Φάνης: ααα δεν θα παίξουμε τώρα το κλουβί με τις τρελές!!!
Πάντα είχε μια ατάκα, που με έκανε να γελάω και να μαλακώνουν τα νεύρα μου.
Τις επόμενες μέρες ο Φάνης ήταν διακριτικός κι απορώ πως άντεξε!!!
Πήραμε το καραβάκι για την επιστροφή μας στην Ουρανούπολη. Εκεί ο Μάριος ήθελε να επιστρέψει Θεσσαλονίκη με τα κτελ, στο οποίο κανείς μας δεν συμφώνησε
–          Φάνης: ε όχι και να πας με τα κτελ! Θα στριμωχτούμε λιγάκι αλλά θα έρθεις μαζί μας με το αυτοκίνητο
–          Εγώ: και δεν το συζητάμε καθόλου
Φτάνοντας στο αυτοκίνητο, ο Φάνης βρήκε τον εαυτό του. Ο Βασίλης με τον Μηνά, άνοιξαν τις πίσω πόρτες και μπήκαν κι ο Μάριος πήγε να τους ακολουθήσει
–          Φάνης: αααααα εμείς τα ζευγάρια δεν τα χωρίζουμε
τον παραμέρισε και κάθισε πίσω με τους άλλους δυο, ενώ ο Μάριος κάθισε μπροστά δίπλα μου.
–          εγώ: ρε Φάνη; Δεν κόβεις τις μαλακίες;
–          Φάνης: γιατί καλέ; Είναι κακό να θέλω να κάτσω με το αμόρε μου;
Έπιασε τον Βασίλη και του έριξε ένα φιλί στο μάγουλο, κάνοντας τον ίδιο και τον Μηνά να γελάσουν.
Από τα νεύρα μου, πρέπει να είχε κοκκινίσει το πρόσωπο μου!
–          Μάριος: μάλλον τον Άλεξ τον ενοχλεί να εκδηλώνεσαι σε άτομα εκτός παρέας
–          Φάνης: η ζηλεύει
Δεν απάντησα, εξάλλου ήταν μάταιο να κρυβόμαστε, για κάτι που μπορεί να είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή ο Μάριος.
Φτάνοντας, μοίρασα όλα τα παιδιά στα σπίτια τους κι έμεινα μόνος στο αυτοκίνητο με τον Μάριο
–          εγώ: μην τον παρεξηγείς τον Φάνη, είναι καλό παιδί και πολύ διαχυτικός ακόμα και με άγνωστα άτομα στη παρέα
–          Μάριος: δεν τον παρεξήγησα, ίσα ίσα μου φάνηκε πολύ καλό άτομο
–          εγώ: χαίρομαι. Λοιπόν εσύ που θα μείνεις;
–          Μάριος: εδώ στη Θεσσαλονίκη δεν έχω γνωστούς, οπότε αν μπορείς με πας στο τάδε ξενοδοχείο.
–          Εγώ: καλά εμείς τι είμαστε; Άγνωστοι; Δεν το συζητώ καθόλου, θα έρθεις στο σπίτι, θα σε βολέψω μια χαρά! Δεν θα σε ενοχλήσει κανείς, ούτε να νιώθεις ότι θα ενοχλήσεις, θα έχεις το δικό σου δωμάτιο
–          Μάριος: εεε νομίζω ότι πάει πολύ! Με δεχτήκατε στην παρέα σας, τώρα μου προσφέρεις φιλοξενία, νιώθω άσχημα!
–          Εγώ: νιώθε όπως θέλεις, αρκεί να νιώθεις άνετα στο σπίτι.
Έτσι ξεκίνησα για το σπίτι μου. Αφού τον τακτοποίησα στο δωμάτιο του, του έδωσα πετσέτες και του έδειξα το μπάνιο. Το χρειαζόμασταν έτσι κι αλλιώς, μιας και στο Όρος δεν είχαμε την δυνατότητα για ένα καλό μπάνιο σε όλα τα μέρη που πήγαμε, πέρα από ένα καλό πλύσιμο.
Όσο ο Μάριος ήταν στο μπάνιο, ο Φάνης μου τηλεφώνησε
–          Φάνης: καλέ τι το κάνες το λατσό;
–          Εγώ: εδώ είναι, κάνει μπάνιο
–          Φάνης: βρε τσούλα, το πήρες σπίτι (τσιρίζοντας)
–          Εγώ: εεε ναι. τι να έκανα; Να τον άφηνα να πάει σε ξενοδοχείο;
–          Φάνης: ναι σωστά, έχεις κι αυτό του καλού Σαμαρείτη μη χέσω
–          Εγώ: ο Δίας φταίει, που μας έκανε φιλόξενους
–          Φάνης: καλά καλά… και δεν μου λες; εκτός από κυπριακή πίτα που ξέρω ότι έφαγες , κυπριακή πούτσα έχεις φάει;
–          Εγώ: όχι ρε βλαμμένη δεν έφαγα και δεν είναι σίγουρο ότι θα φάω κι απόψε
–          Φάνης: ναι σωστά…με τόσα που άκουσε το λατσό, μάλλον σε ακολούθησε στο σπίτι για να σου μάθει πως τυλίγεται η σεφταλιά!!! Χαζή ε χαζή…από μένα κρύβεσαι, σε γέννησα το ξεχνάς;
–          Εγώ: όχι μανάρα μου με τίποτα! Τι ευχές σου θέλω τίποτα άλλο
–          Φάνης: αχχχχ τι να πω; Μμμμμ λοιπόν. Εύχομαι να φας την κυπριακή του σεφταλιά…μην πω πούτσα κι ακουστεί άσχημα…άντε χαζή κλείσε κι όρμα… φιλούθκια μωρή στα μούτρα σου
Λίγη ώρα μετά, ο Μάριος με φώναξε και μου ζήτησε κάτι για να φορέσει το βράδυ. Πήγα στο δωμάτιο μου και του πήγα ένα παντελονάκι αθλητικό και μια φανέλα. Το παντελονάκι ήταν στα μέτρα του, αλλά το φανελάκι ήταν εντελώς εφαρμοστό πάνω, όπως το περίμενα γιατί σε σύγκριση με μένα είχε φαρδιές πλάτες. Έκανα δήθεν ότι επέλεξα λάθος να του φέρω αυτό το φανελάκι και ειπώ να του φέρω άλλο.
–          Μάριος: α δεν πειράζει, μου αρέσει να τα φοράω κολλητά, μη κοιτάς τα μπλουζάκια που είχα μαζί μου στο όρος!
–          Άμα σου αρέσει, τότε όλα καλά. Λοιπόν; Θα ετοιμάσουμε να φάμε κάτι η να παραγγείλουμε από έξω;
–          Μάριος: καλύτερα από έξω, θέλω να κεράσω το τραπέζι.
–          Εγώ: όπως θέλεις
Του έδωσα όσα διαφημιστικά είχα για delivery και λίγο πριν μπω στο μπάνιο του είπα
–          εγώ: στο μπαρ θα βρεις διάφορα κρασιά και ποτά και κάτω από τα ποτήρια δεξιά, εκείνο που φαίνεται σαν ντουλαπάκι είναι ψυγείο κι έχει μέσα τα λευκά κρασιά. Διαλέγεις ότι θέλεις και σερβίρεσαι
–          Μάριος: προτιμώ κρασί, εσύ;
–          εγώ: κι εγώ κρασί προτιμώ, διάλεξε οποίο θέλεις
–          Μάριος: προτιμάς κάτι ιδιαίτερο για φαγητό;
–          Εγώ: όχι δεν έχω πρόβλημα… μέσα στα φυλλάδια έχει κι ένα μαγαζί που λέγεται «κυπριακή γωνιά», αν σ’ ενδιαφέρει…
Του έκλεισα το μάτι και μπήκα στο μπάνιο. Μέσα στο μπάνιο όλη την ώρα είχα στο μυαλό μου τον κύπριο φιλοξενούμενο μου. Είχα ερωτευτεί τα σαρκώδη χείλι του, το χαμόγελο του, το βλέμμα του, τα μαύρα σγουρά μαλλιά του… σφήνα το νερό να πέφτει πάνω και με κλειστά μάτια φαντασιωνόμουν τον Μάριο να με φιλάει σε όλο το σώμα μ’ αυτές της θεϊκές χειλάρες κι ύστερα εγώ να τον γλύφω σε όλο το σώμα, ξεκινώντας από τα χείλι του, κατεβαίνοντας στο λαιμό, μετά στο τριχωτό του στήθος κι ακόμα πιο χαμηλά μέχρι που συναντούσα το καυλί του! αχ το ήθελα αυτό το κυπριακό καυλί όσο τίποτα άλλο!!! χαϊδευόμουν σε όλο το σώμα, τον ένιωθα μαζί μου στο μπάνιο! Έχυσα βουβά, πνίγοντας τα βογκητά μου, για να μην ακουστώ.
Πρέπει να πέρασα μέσα στο μπάνιο τουλάχιστον μια ώρα. Βγαίνοντας ο Μάριος καθόταν στο καναπέ οκλαδόν, έχοντας ήδη στρώσει το τραπέζι και κρατώντας ένα ποτήρι με κρασί. Είχε σβήσει το φως κι άναψε τα ρεσώ κεράκια στο ελικοειδή κηροπήγιο, που είχε 12 θέσεις για ρεσώ. Είχε βάλει στο dvd player ένα δισκάκι με φωτογραφίες από διακοπές προηγούμενων χρόνων.
–          Μάριος: ελπίζω να μην σε πείραξε που πήρα μερικές πρωτοβουλίες!
–          Εγώ: καθόλου, σου είπα ότι θέλω να νιώθεις άνετα
Πήγα στο δωμάτιο μου, για να φορέσω κάτι, αν και πέρασε από το μυαλό μου να καθίσω με το μπουρνούζι, αλλά τελικά αποφάσισα να βάλω κάτι σχετικό με αυτά που έδωσα και στο Μάριο, οπότε έβαλα ένα αθλητικό παντελονάκι και μια φανέλα, έφτιαξα το μαλλί και γύρισα στο σαλόνι.
Κάθισα κι εγώ οκλαδόν στο καναπέ, δίπλα του κι ο Μάριος μου πρόσφερε ένα ποτήρι με κρασί. Δεν είχα όρεξη για φαγητό, αλλά για χάρη του Μάριου πρότεινα να φάμε.
–          Μάριος: δεν έχω όρεξη, ήπια το κρασάκι και μου κόπηκε προς το παρόν, εσύ φάει όμως
–          Εγώ: κι εγώ δεν έχω, για σένα είπα να φάμε.
Βλέπαμε αρκετή ώρα φωτογραφίες από διάφορα γεγονότα, διακοπές, πάρτι εξηγώντας του για το που ήμασταν και ποιοι, γελάσαμε αρκετά με διάφορες φωτογραφίες ειδικά ο Μάριος, όταν αναγνώριζε σε αυτές τον Φάνη, ο οποίος σε πολλές από αυτές, έφτιαχνε γκριμάτσες η το όλο σκηνικό ήταν κωμικό. Ο Μάριος μάλλον δεν άντεχε το πολύ κρασί, γρήγορα άρχισε να λύνεται η γλώσσα του, έγινε πιο διαχυτικός με τα σχόλια, με κινήσεις όπως να με αγκαλιάζει, όλα όμως με μια παιδική αθωότητα, απόρροια μάλλον του κρασιού. Έβαλα ένα δισκάκι με βίντεο από τις διακοπές μας στην Σαντορίνη και διάλεξα αυτήν, γιατί ήμασταν ακριβώς η ίδια παρέα με το Όρος. Το πόσο γέλασε ο Μάριος, αλλά κι εγώ που ξανά θυμήθηκα, βλέποντας το κομμάτι του βίντεο, την άνοδο μας με τα γαϊδούρια και τον Φάνη να τσιρίζει καθώς τα γαϊδούρια πήγαιναν μια δεξιά και μια αριστερά προς τον γκρεμό κι όλο αυτό κινηματογραφημένο μ΄ένα τρέμουλο, που δεν ξεχώριζες τίποτα, αρκούσε όμως να ακούει κανείς τις τσιρίδες του Φάνη!!! Κάποια στιγμή απλά παρακολουθούσαμε κι από καμία φορά μόνο ο Μάριος ρωτούσε για την τοποθεσία που ήμασταν. Έγειρε το κεφάλι του στον ώμο μου, πέρασε και το χέρι ανάμεσα από το δικό μου και μείναμε έτσι να κοιτάμε.
Δεν άφησα τον Μάριο να πιει άλλο, παρόλο που ζήτησε να του βάλω. Ήταν όπως το είχα φανταστεί, δεν έπινε γενικότερα πολύ, δεν κάπνιζε, η ασχολία του στην Κύπρο, είχε να κάνει με τον αθλητισμό. Δεν ήταν αθλητής ο ίδιος, είχε όμως σχέση επαγγελματική με το αντικείμενο.
Μετά από λίγη ώρα ένιωσα τον Μάριο βαρύ στον ώμο μου, τον είχε πάρει ο ύπνος. Κατέβασα μονορούφι το υπόλοιπο κρασί που είχε απομείνει στο ποτήρι μου, πήρα μια βαθιά ανάσα και τον κουνούσα απαλά για να ξυπνήσει και να τον πάω στο κρεβάτι του. Τον χάιδευα στο μάγουλο και του έλεγα να ξυπνήσει! Μου αρέσει τρομερά στον άντρα το αξύριστο λουκ δυο τριών ημερών, όχι τα μούσια και άλλα χαζά.
Τελικά χρειάστηκε να τον σηκώσω με το ζόρι, πέρασα το χέρι του γύρω από τον λαιμό μου και τον έπιασα από την μέση κι έτσι κουτσά στραβά τον πήγα στο δωμάτιο του, με τον Μάριο να λέει ότι δεν ήθελε να κοιμηθεί, ότι ήθελε να δούμε την συνεχεία του dvd και αλλά παραμιλητά. Τον άφησα στο κρεβάτι, τον τακτοποίησα και γύρισα να φύγω
–          Μάριος: συγνώμη, δεν ήθελα να ξεφύγω έτσι…συγνώμη, συγνώμη συγνώμη
Πήγα κοντά του, του χάιδεψα τα μαλλιά
–          εγώ: έλα κοιμήσου τώρα, αύριο θα είναι όλα οκ!…καληνύχτα baby
φεύγοντας τον άκουσα να μουρμουράει συγνώμη, συγνώμη… έσβησα το φως, έκλεισα την πόρτα και στάθηκα εκεί κοιτάζοντας το σαλόνι! Όλα άθικτα, εκτός από μερικά μπουκάλια κρασιού άδεια και το δισκάκι με της διακοπές από την Σαντορίνη να παίζει ακόμα. Γέμισα ένα ποτήρι κρασί, το κατέβασα κι αυτό με την μια, πηρά άλλη μια βαθιά ανάσα και άρχισα να συμμαζεύω το σαλόνι. Όταν τελείωσα, έσβησα τα πάντα και πήγα στο δωμάτιο μου. Έβγαλα ότι φορούσα, πήρα ένα σεντόνι, έσβησα το φως και έπεσα στο κρεβάτι και σκεπάστηκα μέχρι την μύτη μου. Έκλεισα τα μάτια και με την σκέψη μου στον Μάριο αποκοιμήθηκα.
Δεν ξέρω πόση ώρα κοιμόμουν, όταν ξαφνικά ένιωσα κάποιος να προσπαθεί να μου τραβήξει το σεντόνι, στην αρχή μέσα στην ζάλη του ύπνου, δεν καταλάβαινα τι γίνεται, όταν όμως άπλωσα το χέρι μου κι άπασα  σώμα, πετάχτηκα πάνω έντρομος! Ο Μάριος άπλωσε το χέρι του και με κατέβασε πάλι στο κρεβάτι
–          εγώ: Μάριε; Τι κανείς εδώ;
–          Μάριος: θέλω να κοιμηθώ μαζί σου
–          Εγώ: Μάριε…κατάλαβες ότι είμαι…
–          Μάριος: σσσσς χαλάρωσε
Με αγκάλιασε και με τράβηξε πάνω στο κορμί του, είχε ξαπλώσει γυμνός! Άρχισε να μου φιλάει το λαιμό και να με γλύφει πίσω από το αυτί και ψιθύριζε
–          Μάριος: σε θέλω, σε θέλω σαν τρελός
–          εγώ: κι εγώ μωρό μου κι εγώ…
χαϊδευόμασταν και φιλιόμασταν με πάθος, τα χείλι μου είχαν ερεθιστεί από το πάθος που με φιλούσε, αλλά και από τα γένια του. Πέταξε το σεντόνι από πάνω μας και με γύρισε εντελώς ανάσκελα. Ξάπλωσε από πάνω μου και συνέχισε να με φιλάει παντού, στο στόμα στο λαιμό, στα χέρια…μπέρδεψε τα δάχτυλα του ανάμεσα στα δικά μου και συνέχισε να με γλύφει. Ένιωθα το κορμί του σε κάθε κίνηση να τρίβεται στο δικό μου… με καύλωνε τρελά αυτό! Οι σκληρές σγουρές τρίχες στο στήθος και στα πόδια του να τρίβονται στο άτριχο σώμα μου! Κατέβηκε μέχρι τις ρόγες μου, τις έγλυφε και τις πιπίλιζε εναλλάξ…δεν άντεξα άλλο, τον έσπρωξα από πάνω μου και τον έριξα στο κρεβάτι και έπεσα εγώ από πάνω του. Τον κοιτούσα στα μάτια, ενώ κουνούσα την λεκάνη για να τρίβονται οι σκληρές μας ψωλές
–          Μάριος: καύλα μου, γλύψε με παντού
Το έκανα αμέσως, σε κάθε σημείο, έφτασα στον πούτσο του, τον φίλησα, έγλυψα μια δυο φορές τα αρχίδια του και προχώρησα με τα πόδια του, φτάνοντας στους αστράγαλους, πήρα το πόδι του στο χέρια μου κι αρχάς να ρουφάω ένα ένα τα δάχτυλα του ποδιού του, το ιδιο και στο άλλο
–          Μάριος: πάρε τον πούτσο μου στο στόμα μωρό μου
τον άρπαξα αμέσως, ενώ ο Μάριος μου ανεβοκατέβαζε το κεφάλι
–          Μάριος: γλύψε και τα αρχίδια μου καύλα
Έκανα ότι μου ζητούσε χωρίς καμία σκέψη, έγλυφα τα αρχίδια του και τον πούτσο του. Με τράβηξε προς τα πάνω κι άρχισε πάλι να με φιλάει, βγήκε σιγά από κάτω και έμεινα μπρούμυτα στο κρεβάτι.
Ξάπλωσε πάνω μου και με έγλυφε στην πλάτη, κατέβηκε μέχρι τα κωλομέρια τα οποία μου έγλυφε και δάγκωνε σιγανά. Μου άνοιξε καλά τα πόδια και μου τράβηξε λίγο τον κώλο, άνοιξε τα κωλομέρια μου κι άρχισε να μου γλύφει την κωλοτρυπίδα…με πέθαινε από την καύλα!!!
–          εγώ: ναι μωρό μου, γλύψε με…γάμησε την τρύπα μου με την γλώσσα
–          Μάριος: ναι καύλα μου, αλλά σε θέλω δικό μου τώρα!!!
–          Εγώ: είμαι δικός σου Μάριε, κάνε με ότι θέλεις!
Με τράβηξε προς τη μεριά του, ώστε να στηθώ στα τέσσερα, ακούμπησε τον πούτσο στην τρυπά κι άρχισε να σπρώχνει σιγά και βασανιστικά.
–          Μάριος: καύλα μου! ο πούτσος μου δικός σου…παρ’τον
–          Εγώ: αχχχ ναι τον θέλω όλο μέσα μου
Ολοένα αύξανε τον ρυθμό που με γαμούσε ο Μάριος…με σήκωνε προς το μέρος του, έριχνα το κεφάλι στον ώμο του κι αυτός χωρίς να σταματάει το γαμήσι, μου φιλούσε το λαιμό, ενώ με χάιδευε σε όλο το σώμα, από το στήθος, στο στομάχι και ανάμεσα στα μπούτια, ψιθυρίζοντας μου συνέχεια στο αυτί, το πόσο τον καυλώνω…
Με έσπρωξε απαλά μπροστά, έκλεισε τα πόδια μου χωρίς να βγει από μέσα μου, έβαλε τα χέρια κάτω από τις μασχάλες μου και με έπιασε από τους ωμούς… με γαμούσε έτσι, πότε απαλά και πότε αυξάνοντας τον ρυθμό και πότε πότε έχωνε όλο τον πούτσο μέσα και τον κρατούσε εκεί…

 

–          Μάριος: καύλα μου θα χύσωωωω
–          εγώ: ναι χύσε με… γέμισε με τα χύσια σου μωρό μου
–          Μάριος: χυνωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
Έχυνα μαζί του με σπασμούς και βογκητά καύλας! Αφέθηκε πάνω στο σώμα, ένιωσα το βάρος του ολόκληρο, αλλά δεν με ενοχλούσε καθόλου, γύριζα το κεφάλι και φιλούσα το χέρια του, που ακόμα είχε στον ωμούς μου, ενώ αυτός με φιλούσε στο σβέρκο. Μετά από λίγο γύρισε στα πλάγια και με πήρε στην αγκαλιά του, δεν μιλούσαμε, απλά κοιτιόμασταν και ανά τακτά διαστήματα φιλιόμασταν!
Απ’ ότι θυμάμαι, καθώς με ζάλιζε ο ύπνος, έξω ξημέρωνε…
Ξύπνησα απότομα, από το συνεχές χτύπημα του κουδουνιού στης εξώπορτας. Ο Μάριος κοιμόταν, με το χέρι του περασμένο στην μέση μου. Είναι σκέτη γλύκα!!! Τον φίλησα στα χείλι απαλά, πήρε σιγά το χέρι από πάνω μου και έτρεξα έξω, αρπάζοντας το μπουρνούζι. Άνοιξα την πόρτα και όρμησε μέσα ο Φάνης!
–          Φάνης: που είσαι μωρή εσύ; από το πρωί σου τηλεφωνώ
–          εγώ: σιγά ρε μωρό μου…κοιμάται μέσα το baby, μη φωνάζεις
–          Φάνης: (με ειρωνικό τρόπο) το baby; Μαζι κοιμηθηκατε
–          Εγώ: μμμμ ναι….
–          Φάνης: μμμ τελικά σου έδειξε πως τυλίγουν την σεφταλιά!!! Άμα μιλάω…
Διέκοψε απότομα και είδα να γουρλώνει τα μάτια, κοιτώντας πάνω από τους ώμους μου! γύρισα κι εγώ να δω και είδα τον Μάριο, με το σεντόνι να παίζει τον ρόλο της χλαμύδας, να στέκεται ακριβώς στην πόρτα του δωματίου και να προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται
–          Φάνης: καλημερούδια στην Κύπρο μας!!!
–          Εγώ: καλημέρα baby
Ήρθε προς τα μένα με βήματα που έσερνε, με αγκάλιασε από πίσω με φίλησε
–          Μάριος: καλημέρα Φάνη! Καφέ ήπιατε;
–          Φάνης: όχι, αλλά αν μας έκανες με τα χεράκια σου, δεν θα λέγαμε όχι…αν και στις 2 το μεσημέρι ο φυσιολογικός κόσμος τρώει
–          Μάριος: ο φυσιολογικός, όχι εμείς ε μωρό μου;
Και με ξανά φίλησε. Ένιωσα όμως πίσω μου, τον πούτσο του Μάριου να σκληραίνει…
–          εγώ: πάνε baby να κάνεις τα καφεδάκια και ρίξε λίγο νερό στα μούτρα σου… και… πρόσεχε ε;
ο Μάριος ανέβαλε την επιστροφή στη Κύπρο πολλές φορές από τις τρεις μέρες που αρχικά ήταν να μείνει, τελικά έκατσε 15 μέρες. Με τον Μάριο έχουμε μια άτυπη, ελεύθερη, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, σχέση ακόμα και σήμερα. Κατά κύριο λόγο, όταν έρχεται Ελλάδα, πάει στην Αθηνά, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να μην ξεκλέψει μια μέρα έστω για να έρθει σε μένα. Τα καλοκαίρια, έχει καθιερωθεί μια 5ημερη εκδρομή οι δυο μας. Δεν μας ενδιαφέρει τι κάνει ο καθένας, για να καλύψει τις σεξουαλικές του ανάγκες, όσο είμαστε μακριά, ποτέ δεν ρώτησα ούτε κι ο Μάριος ρώτησε εμένα. Μιλάμε σχεδόν καθημερινά, από όλα τα δυνατά μέσα επικοινωνίας, fb,skype, msn, κινητό.
Κι όπως λέει κι η Χαρούλα… «κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια»!!!

Αναδημοσίευση από το http://kinaidos.blogspot.gr/

kinaidos

 γκει ιστορια

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.