BDSM Gay Ιστορία – Ο Καλός Σκλάβος

BDSM Gay Ιστορία – Ο Καλός Σκλάβος
Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και την άνοιξα. Γύρισα το βλέμμα μου προς τα κάτω και τον είδα να κάθεται στο πάτωμα, στα γόνατα, όπως έπρεπε να είναι. Κρατάει στα δυο του χέρια το δερμάτινο κολάρο με την αλυσίδα. Το κρατούσε όπως κρατάνε το σπαθί οι βασιλιάδες που το εμπιστεύονται σε κάποιον άξιο διάδοχο ή στρατηγό. Έκλεισα την πόρτα για να μην μας πάρει κάνα μάτι και άναψα τα κυρίως φώτα. Μόλις τον πλησίασα, σήκωσε τα δυο του χέρια ψιλότερα για να με διευκολύνει να πάρω το κολάρο. Το πήρα στα χέρια μου. Αμέσως σήκωσε το πρόσωπό του ψηλά με τα μάτια κλειστά για να μην αντικρίσει το, ιερό για αυτόν, πρόσωπό μου, και τέντωσε τον λαιμό του. Του το φόρεσα και το κούμπωσα. Όταν τέλειωσε η σύντομη αυτή τελετή υποταγής, έκατσε στα τέσσερα και περίμενε τις εντολές μου.

Τράβηξα ελαφρά την αλυσίδα και κατευθύνθηκα προς το συνηθισμένο μου μέρος στον καναπέ. Μόλις έκατσα, πλησίασε και μου έγλυψε με την γλώσσα τα δάχτυλα του χεριού μου, σήμα πως ήθελε να πάρει τον λόγο. Του το επέτρεψα.

«Επιτρέψτε στον σκλάβο σας, Αφέντη, να εκφράσει την χαρά του που του κάνατε και σήμερα την τιμή να τον επισκεφθείτε για να σας υπηρετήσει. Θέλετε να αρχίσω με τα τυπικά, Αφέντη;»

Του έδωσα την άδεια κι αμέσως άρχισε την γνωστή ρουτίνα. Μου έλυσε κι έβγαλε τα παπούτσια, έβγαλε τις κάλτσες, το σακάκι και το πουκάμισό μου και τα άφησε με προσοχή στην άκρη. Κατόπιν έπιασε της πατούσες μου και μία-μία άρχισε να τις μαλάζει. Δεν κρατιόμουνα. Βόγκηξα από την ηδονή. Ταυτόχρονα, ένοιωσα τον πούτσο μου να αναθαρρεύει κάτω από το παντελόνι μου. Τα πόδια μου, φαίνεται, πως είναι συνδεδεμένα με το πέος μου, και η χαρά του ενός μέλους ανακλάτε στο άλλο.

«Ο κύριος απολαμβάνει το μασάζ των ποδιών του;» ρώτησε το βλαμμένο κάνοντας το μεγάλο λάθος.

Με ταχύτητα γαζέλας ανασήκωσα τον κορμό μου, χάρη στους γυμνασμένους μου κοιλιακούς, που τόσο λάτρευε το δουλικό, και του άστραψα ένα γερό χαστούκι που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο πλάι, παρότι καθότανε οκλαδόν.

«Αν τολμήσεις να ξαναμιλήσεις χωρίς πρώτα να πάρεις την άδειά μου, μα τον Θεό, θα σε σαπίσω στο ξύλο, σκουπίδι!» του γάβγισα με δύναμη. Έμεινε κάτω, πεσμένος, χωρίς να τολμήσει να στρέψει το βλέμμα του επάνω μου. «Λοιπόν; Τι περιμένεις; Να σου χαϊδέψει η μαμά το μάγουλο και να σου δώσει φέτα με Μερέντα για να περάσει ο πόνος;» συνέχισα με άγρια φωνή. «Συνέχισε με τα πόδια! Με πεθαίνουν σήμερα!»

Αμέσως τινάχτηκε και επέστρεψε στο έργο του. Μετά από σχεδόν ένα τέταρτο, αποτράβηξα τα πόδια μου δίνοντας το σήμα πως δεν ήθελα άλλο τρίψιμο.

Ήταν δύσκολη μέρα στην δουλειά. Η απογραφή στο κατάστημα Σουπερ-Μάρκετ όπου εργαζόμουνα ως προϊστάμενος ήταν εξουθενωτική. Σχεδόν δύο εκατομμύρια διαφορετικοί κωδικοί προϊόντων και δύο μέρες εργασίας με εκατόν δέκα υπάλληλους να καταμετρούνε τα πάντα στα ράφια, την αποθήκη και τα φορτηγά.

Όταν τελειώσαμε και σούταρα και τον τελευταίο υπάλληλο για να κάνει πρωτοχρονιά, το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν το πότε θα πάω στο σπίτι του σκλάβου μου να με περιποιηθεί όπως μόνο αυτός ξέρει. Του έστειλα μήνυμα να είναι σπίτι και να έχει τα πάντα έτοιμα. Όσο σκεφτόμουνα και την εξέλιξη της βραδιάς με την γυναίκα μου και τα πεθερικά, τόσο πριζονόμουνα περισσότερο. Έτσι, ήθελα όλα να είναι τέλεια, να με περιποιηθεί τέλεια ο σκλάβος μου ώστε να έχω δυνάμεις για το βράδυ.

«Πάμε μέσα στο κρεβάτι σου να ξαπλώσω. Θέλω να μου κάνεις μασάζ», του είπα καθώς σηκωνόμουνα.

Με την άνεση που είχα ως αφέντης του δουλικού, πήγα στην κρεβατοκάμαρά του, πέταξα κάτω τα άστρωτα σεντόνια και σωριάστηκα μπρούμυτα στο κρεβάτι του. Του έδωσα εντολή να μαλάξει την πλάτη μου.

Δεν μπορώ να πω. Από τότε που βρήκα πριν από δύο χρόνια αυτόν τον σκλάβο, τον Κώστα όπως είναι το όνομά του, κατάλαβα τι θα πει μασάζ. Είχε χάρισμα αυτό το παιδί. Ακόμη και αν δεν θα μου άρεζε να γαμάω αντρικά κωλαράκια, πάλι θα τον κράταγα για σκλάβο μου, μόνο και μόνο για τα θαυματουργά του χέρια. Βογκούσα πιο πολύ απ’ ό,τι αυτός όταν του γάμαγα την πίσω τρύπα. Με κάθε του μάλαξη, ένιωθα την κούραση και τα νεύρα να ρέουν από τους μύες μου σαν νερό. Πώς να μην το λατρεύω αυτό το αγόρι; Βέβαια, αυτό ποτέ δεν του το έδειχνα. Ξέρω πως θα ξενέρωνε στην στιγμή.

Μου το ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή, από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε στο διαδίκτιο: «Θέλω έναν άντρα εκατό τις εκατό,» μου είχε πει. «Να είναι αφέντης, κύριος, απόλυτος άρχοντας. Να μην με βλέπει σαν φίλο, αλλά σαν σκλάβο. Να μου φέρεται όπως θέλει. Θέλει γαμήσι; Να με βάζει κάτω να με σκίζει χωρίς να βάλει καν λιπαντικό. Θέλει να βαρέσει χαστούκια; Να το κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Να με βάλει να γαμηθώ με αγνώστους; Να το κάνει αμέσως. Θέλω να μην με βλέπει ως άνθρωπο, αλλά ως αντικείμενο που το χρησιμοποιεί για πάρτι του».

Είχα καιρό να συναντήσω αληθινό σκλάβο. Από τα φοιτητικά μου χρόνια στο Λονδίνο, όταν σπούδαζα και ήρθα σε επαφή με τον κόσμο των υποτακτικών σκλάβων και των αυταρχικών αφεντικών. Δεν άργησα να καταλάβω τον αυταρχισμό μου και το γεγονός πως η «χρίση» άλλων, λειτουργούσε ως σούπερ διεγερτικό για μένα.

Συνάντησα αρκετούς «σκλάβους» στην ζωή μου που μόνο σκλάβοι δεν ήτανε. Μικρά (ή και μεγαλύτερα) αγόρια, που νομίζουν πως θα φάνε κάνα σκαμπιλάκι και αυτό το λένε «σκλάβος». Ανόητα πλάσματα!

Στον Κώστα βρήκα αυτό που έψαχνα, και μάλιστα στην Ελλάδα, και στην πόλη μου, την Αθήνα. Από την αρχή κατάλαβα πως αυτός ήταν πραγματικός σκλάβος, γεννημένος για υποταγή. Μάλιστα, στις πρώτες συναντήσεις μας, σχεδόν αυτός οδηγούσε τα πράγματα, βοηθώντας με να ελευθερώσω τον καταπιεσμένο αφέντη που έκρυβα μέσα μου. Τον βαρούσα χαστούκια και γέλαγε. «Αυτό μόνο μπορείς να κάνεις;» μου έλεγε. «Η αδερφή μου βαράει πιο δυνατά», και του έριχνα πιο δυνατά χαστούκια.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, και τώρα ζω πολύ πιο ήρεμα. Πραγματικά πιστεύω πως ο Κώστας συμβάλει στην καλή λειτουργία του γάμου μου. Αν δεν τον είχα να εκτονώνομαι, ίσως να γινόμουν και εγώ ένας από αυτούς τους βίαιους άντρες που δείχνουν στην τηλεόραση, από αυτούς που στέλνουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους στο νοσοκομείο με κατάγματα και μώλωπες.

Κάτι τέτοιες στιγμές τσατίζομαι και ξυπνάει μέσα μου ο φαλλοκράτης. Γαμημένη χειραφέτηση και μαλακίες. Σε άλλες εποχές, θα είχα τον Κώστα σκλάβο μου στον στάβλο του σπιτιού μου, και όποτε ήθελα τις υπηρεσίες του θα πεταγόμουνα δυο βήματα ως το κρεβάτι του, ενώ η γυναίκα μου θα παρέμενε αμίλητη και κλειδωμένη στον γυναικωνίτη. Τώρα, πρέπει να της λέω ψέματα πως μετά την δουλειά έχω χαρτούρα στα φορτηγά, για να έχω κάλυψη να περνάω από τον σκλάβο μου και να με «ξαλαφρώνει». Αν ήξερε πόσο τυχερή είναι, θα έπρεπε αυτή, πρώτη από όλες, να πέσει στα πόδια του Κώστα και να τον ευχαριστεί για τις υπηρεσίες που μου προσφέρει. Τέλος πάντων. Και έτσι όπως είναι τα πράγματα, πάλι καλά να λέω. Παράπονο δεν έχω.

Τα μαγικά χέρια του Κώστα είχαν κάνει το θαύμα τους. Τα πόδια μου είχαν πάψει από ώρα να με πονάνε και ένιωθα την πλάτη μου σαν μια μάζα από απαλή κι εύπλαστη ζύμη. Όλη μου η ενέργεια είχε μεταμορφωθεί σε καύλα. Ένιωθα τον πούτσο μου, με τα είκοσι δύο ευλογημένα εκατοστά που του χάρισε ο Θεός, να είναι πέτρα και να πονάει από την πίεση που ασκούσε το βάρος του σώματός μου επάνω του. Ήρθε η ώρα να τυραννήσω λιγάκι το δουλικό.

Με ένα νεύμα μου σταμάτησε το μασάζ κι έκατσε στα γόνατα με τα χέρια στο πάτωμα και το κεφάλι να κοιτάζει κάτω. Γύρισα ανάσκελα και αμέσως ένιωσα αγαλλίαση στον καβάλο μου. Το πέος μου τώρα φαινότανε να πιέζει έντονα το ύφασμα του παντελονιού που εξείχε υψωμένο σχηματίζοντας ένα μικρό αντίσκηνο. Έβαλα το χέρι μου επάνω και τον μάλαξα. Ήτανε τέλεια! Ένιωθα χαλαρός και ξεκούραστος, και το μόνο που χρειαζότανε για να ολοκληρωθεί η κάθαρση ήταν να χύσω το ψωλόχυμα που έβραζε όλη μέρα στους όρχεις μου.

«Γουστάρεις ξεφτίλα να πιεις τα χύσια του αφέντη σου;» τον ρώτησα. Έμεινε σιωπηλός να κοιτάζει το πάτωμα. Μου άρεζε να τον τεστάρω συνέχεια. Ο σκλάβος δεν έχει δικαίωμα να μιλήσει εκτός κι αν ο αφέντης του δώσει το δικαίωμα με ξεκάθαρη εντολή. «Απάντησε!» τον διέταξα.
«Θα ήταν υπερβολικά μεγάλη μου τιμή Αφέντη,» απάντησε το δουλικό.
«Ωραία, αλλά όχι ακόμη,» του είπα. Πριν φύγω για τις γιορτές, θέλω να σου αφήσω ένα ενθύμιο. Πάνε φέρε το μαστίγιο».

Χάθηκε περπατώντας στα τέσσερα και επέστρεψε μετά από λίγο με ένα μαστίγιο φτιαγμένο από αληθινό καραβόσκοινο. Ήταν βαρύ και η επιφάνιά του άγρια και βαμμένη από προηγούμενες χρήσεις, ποτισμένο από το αίμα του σκλάβου μου.

«Πάμε στο σαλόνι να είμαστε πιο άνετα,» του είπα.

Στο σαλόνι, στον αριστερό τοίχο της πολυκατοικίας που δεν συνόρευέ με άλλο κτήριο, ο σκλάβος είχε από χρόνια τοποθετήσει γέρα στον τοίχο με μεγάλες βίδες, κρίκους στους οποίους μπορούσε να δένεται, κι έτσι να ακινητοποιείται χωρίς να ακούγονται «περίεργοι» ήχοι σε άλλα διαμερίσματα. Τον σήκωσα και τον έδεσα με την κοιλιά στον τοίχο. Σήκωσα τα χέρια του ψηλά και τα έδεσα στους κρίκους με τα σχοινιά που κρέμονταν πάντα έτοιμα για χρήση. Όταν τέλειωσα το δέσιμο και τον είχα έτοιμο, τον ρώτησα αν ήταν έτοιμος να φάει το ξύλο του. Δεν απάντησε καθόλου. Σωστή κίνηση. Ο αφέντης χέστηκε αν ο σλάβος είναι έτοιμος ή όχι να φάει ξύλο. Ο αφέντης δέρνει όποτε κι όπως γουστάρει, γιατί απλά, έτσι γουστάρει!

Σήκωσα ψηλά το βαρύ σχοινί, ζύγισα το εκπαιδευμένο πια χέρι μου και το κατέβασα με δύναμη. Τον πέτυχα στην αριστερή ωμοπλάτη. Ο σκλάβος έβγαλε μια ψιλή, πνιγμένη κραυγή πόνου και απόλαυσα το θέαμα των μυών της πλάτης του να συσπώνται και τα χέρια του να πετάνε φλέβες στα μπράτσα και τους καρπούς από το σφίξιμο. Χωρίς να περιμένω επανέλαβα την κίνηση. Πάλι η ίδια αντίδραση. Μετά από καμιά εικοσαριά χτυπήματα που είχαν κοκκινίσει την πλάτη του με κόκκινες, παχιές γραμμές, είδα πως τα πόδια του τρέμανε ελαφρώς. Ο πόνος και το σφίξιμο είχαν κουράσει τους τσιτωμένους τένοντες. Ο πούτσος μου, πιο σκληρός από ποτέ, πίεζε διεγερτικά το ύφασμα του εσωρούχου και του υφασμάτινου παντελονιού μου. Συνεχίζω ξαναμμένος και πιο άγριος.

Του ρίχνω δυο ντουζίνες απανωτές, δυναμώνοντας το κάθε χτύπημα, κλιμακωτά. Το ίδιο κλιμακωτά ανεβαίνουν και οι «ψιλές» κραυγές πόνου που προσπαθεί να καταπνίξει. Με διεγείρει ο ήχος της κραυγής του, και θα ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο να μπορούσαμε να ήμασταν σε κάποιο απόμερο μέρος όπου δεν θα χρειαζότανε να καταπιέζει τον πόνο του.

γκει σεξ

Νιώθω μία ενόχληση στο δεξί μου μπράτσο. Μάλλον το παράκανα. Σταματάω το μαστίγωμα και το μαλάζω με το αριστερό. Ο πόνος υποχωρεί κάπως. Ηρεμώ. Στρέφω το βλέμμα μου στον σκλάβο μου που τώρα έχει καταρρεύσει. Τα πόδια του, ανίκανα να τον κρατήσουν έχουν παραλύσει και κρέμονται νεκρά. Τα χέρια του, τεντωμένα από το βάρος το σώματος που κρέμεται αποκλειστικά και μόνο από αυτά. Όλο του το σώμα συσπάται άρρυθμα. Στην ησυχία που έρχεται μετά το σταμάτημα των χτυπημάτων ακούω τους πνιγμένους λυγμούς που βαίνουν από το λαρύγγι του σκλάβου μου. Καύλα!

Ήρθε η ώρα. Θα του γαμήσω το λαρύγγι! Θα του ξεσκίσω το στόμα! Θα του τον καρφώσω τόσο άγρια που θα βγει από το πίσω μέρος του λαιμού του. Πετάω κάτω το σχοινί και του λύνω με άτσαλες κινήσεις τα δεσμά. Με το που λύνω τον τελευταίο κόμπο, το σώμα του γλιστράει στο πάτωμα, σαν να είναι ένα κομμάτι ύφασμα που πέφτει.

Τον αρπάζω από τα κατάμαυρά του μαλλιά και σηκώνω το κεφάλι του ψηλά. Βγάζει μια κραυγή πόνου, πιο μπάσα αυτή την φορά. Βοηθάει με τους μύες της πλάτης και ανασηκώνεται κάπως. Πιέζω το πρόσωπό του πάνω στον καβάλο μου.

«Αυτό δεν ήθελες; Παλιόπουστρα; Λέγε! Αυτό δεν ήθελες; Ε;» Ψιθυρίζει ένα αδύναμο «μάλιστα». Τα παίρνω! «Δεν άκουσα; Δεν άκουσα λέω! Δεν βλέπω και πολύ ενθουσιασμό! Τι έγινε; Μήπως δεν σου κάνω; Κουράστηκες; Θέλεις να φωνάξω την μανούλα να σου κάνει μάκια-μάκια να περάσει;!» Σε κάθε πρόταση η φωνή μου ανεβαίνει κλίμακες. Πραγματικά τα έχω πάρει. Έχω φτιαχτεί γαμώ το μου! Το μασάζ, το ξύλο, η καύλα! Θέλω να χύσω τώρα! Τώρα που να πάρει! Αλλιώς, μα τον Θεό, θα τον σκοτώσω στ’ αλήθεια!

«Λέγε μωρή παλιόπουστρα», του φωνάζω, «Δεν θέλεις πούτσο; Αρνείσαι να δεχτείς την αμοιβή που προσφέρει ο αφέντης σου; Μίλα!»
«Όχι αφέντη,» αποκρίνεται με επιτηδευμένα πιο δυνατή φωνή. «Δεν θα αρνιόμουνα ποτέ την ευλογία του σπέρματός σας κύριε! Είμαι δούλος σας κύριε και ζω για να σας υπηρετώ».
«Τότε μάζεψε τον γαμημένο εαυτό σου και έλα να μου τον γλύψεις καριόλη!»

Με μερικά βήματα φτάνω στον καναπέ και θρονιάζομαι επάνω του, με την λεκάνη μου να είναι σχεδόν στον αέρα, και ανοίγω τα σκέλια μου όσο μπορώ. Το δαρμένο, και ελαφρός ματωμένο, σκλαβάκι μου, έρχεται σερνάμενο στα τέσσερα με την αλυσίδα του κολάρου του να βγάζει έναν γλυκό μεταλλικό ήχο. Φτάνει. Παίρνει θέση ανάμεσα στα σκέλια μου. Δεν τολμάει να στρέψει το βλέμμα του αρκετά ψηλά για να αντικρίσει τα μάτια μου, αλλά σιωπηλά εκλιπαρεί για την εντολή μου. Τρέμει. Μερικοί μύες του συσπώνται ακόμη. Γαληνεύω. Γίνομαι πιο τρυφερός. Απλώνω το χέρι μου και του χαϊδεύω τα μαλλιά. Έχει όμορφα, απαλά μαλλιά. «Όλος δικός σου,» του λέω σχεδόν ψιθυριστά.

Απλώνει τα τρεμάμενα χέρια του. Χαϊδεύει το αντίσκηνο που υπάρχει κάτω από την μέση μου. Το πιέζει απαλά, πιο δυνατά, πιο δυνατά. Το μαλάζει και το χαϊδεύει.

Ο γλυκέ Θεέ! Αν οι χαρές του πούτσου είναι αμαρτία, δέχομαι την μεταθανάτια τιμωρία. Είμαι σχεδόν έτοιμος να αλλάξω θέσεις με το δουλικό μου. Είμαι έτοιμος, εγώ, να τον παρακαλέσω να τελειώνει. Δεν κρατιέμαι!

Σχεδόν δύο χρόνια σχέσης όμως, λειτουργούν καταλυτικά και για τους δυο μας. Από την μία κρατιέμαι και δεν βγάζω άχνα, κι από την άλλη, αυτός, ξεκουμπώνει με επιδέξιες κινήσεις τα κουμπιά και λύνει την και την ζώνη. Ο πούτσος μου, βρίσκοντας τώρα ως μόνο εμπόδιο το ύφασμα από το λευκό μου μποξεράκι, ανασηκώνεται αρκετά εκατοστά. Τώρα δεν έχω πια αντίσκηνο, αλλά ολόκληρη σκηνή από μεγάλο τσίρκο. Τεράστιο και πανύψηλο.

Σκύβει και ακουμπάει τα χείλη του πάνω στο ύφασμα. Δίνει ένα ζεστό φιλί. Συνεχίζει προς τα κάτω με τα χείλη να νοτίζουν το ύφασμα. Ξανανεβαίνει. Ξανά φιλί. Πιέζει το πρόσωπό του πάνω την ζεστή σάρκα που κρύβεται κάτω από ένα λεπτό κομμάτι υφάσματος. Η πλάτη του τρέμει. Αλλά είναι ένα τρέμουλο διαφορετικό. Έχει ρίγος. Ρίγος που προκαλείται από την καύλα. Τον έχω ξαναδεί να αντιδράει έτσι. Ξέρω πως και ο ίδιος κρατιέται. Προσπαθεί να επιτείνει την καύλα μου, την καύλα του αφέντη του. Ακόμη και αυτή την στιγμή που έχει το ελεύθερο, ενεργεί ως σωστός, αληθινός σκλάβος. Βάζει πάνω απ’ όλα την ηδονή, την καύλα του αφέντη του. Η καρδιά μου έχει μαλακώσει πέρα από το επιτρεπτό. Τελευταία στιγμή σταματάω το χέρι μου που πάει για άλλη μια φορά να του χαϊδέψει τα απαλά, κατάμαυρα μαλλιά.

Πλέον δεν φιλάει, αλλά εκτελεί μία επιδέξια χορογραφία πάνω στο σώμα που καυλωμένου πούτσου μου. Επιδέξια φιλάκια εδώ κι εκεί, γλειψίματα, τριψίματα, πιέσεις σε διάφορα σημεία. Νιώθω ένα δάκρυ να φεύγει από το ένα μου μάτι. Δεν είναι αδυναμία, είναι έκσταση πριν από την έκσταση. Με γνωρίζει πια υπερβολικά καλά το μπάσταρδο, σκέφτομαι.

Τελικά, απλώνει το λυτρωτικό του χέρι και, με μία απαλή κίνηση, γραπώνει το φαρδύ λάστιχο της μέσης και τραβάει το εσώρουχο προς τα κάτω. Το λάστιχο περνάει κάτω από τον πούτσο ο οποίος γραπώνει το ύφασμα. Δεν πτοείται. Δεν κάνει καμία κίνηση να διευκολύνει την απογύμνωση του ανδρισμού μου. Ξέρει πόσο μου αρέσει αυτή η λεπτομέρεια στην χορογραφία του. Βάζει παραπάνω δύναμη η οποία συσσωρεύεται στο παχύ και σκληρό κομμάτι κρέατος που έχω από παιδί ανάμεσα στα σκέλια μου, ώσπου, με ένα απότομο τίναγμα, αυτό κατεβαίνει κάτω, δημιουργεί την κατάλληλη γωνία και το λάστιχο απελευθερώνεται από το σάρκινο γάντζο. Το ύφασμα κατεβαίνει απότομα, και ο πούτσος μου πετάγεται σαν έλασμα ψηλά στον αέρα. Το μάτι του σκλάβου μου γυαλίζει απόκοσμα.

Το μεγάλο, ευλογημένο από τον δημιουργό, πέος μου, στέκει πανύψηλο με τους περήφανους είκοσι δύο πόντους του, και το αφύσικο φάρδος στην βάση του. Ο πουτσοκέφαλός μου, εντελώς απογυμνωμένος από την βάλανο, γυαλίζει από τα φυσικά λιπαντικά που βγάζουν οι αμέτρητοι, αφανείς στο γυμνό μάτι, πόρους του δέρματος του, σαν κόσμημα. Οπάλιο.

Απλώνει το χέρι του και κλείνει τα δάχτυλά του γύρω από τον κορμό του πούτσου και του κουνάει πάνω κάτω. Συσπώμαι και κλείνω σφιχτά τα μάτια. Δεν πρέπει. Δεν πρέπει να χύσω πριν τον βάλει στο στόμα του. Δεν πρέπει! Προσπαθώ να κρατηθώ ανακαλώντας στην μνήμη μου άσχετες εικόνες. Πετυχαίνει κάπως. Νιώθω τον πουτσοκέφαλο να υγραίνεται απότομα και να ζεσταίνεται ταυτοχρόνως. Στο μυαλό μου συντελείται ένα μικροκοσμικό Μπίγκ-μπάνγ. Μια έκρηξη εξαφανίζει τα πάντα και χάνομαι στο σκοτάδι.

Μέσα-έξω. Γλυκιά θερμότητα, απότομο ξεπάγιασμα. Ξανά: Μέσα-έξω, θερμό-κρύο. Ξανά, ξανά, ξανά, ξανά… Ανοίγω τα μάτια και βλέπω την μπάλα από το μαύρο του μαλλί να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά με συνοδεία υγρών ήχων που δραπετεύουν από το στόμα του. Δίνει ρέστα! Είναι, χωρίς αμφιβολία, για μένα, ο καλύτερος πουτσογλείφτης στην μέχρι τώρα ζωή μου. Ζει για να γλύφει καυλιά. Όχι ό,τι να ’ναι, αλλά το δικό μου καυλί!

Δεν είναι μονότονος και βαρετός. Κάνει κόλπα: Το βγάζει τελείως έξω από το στόμα του, και μουσκεμένο όπως είναι το φυσάει απαλά. Παγώνει! Και απότομα ανοίγει διάπλατα το στόμα του και το κατεβάζει με δύναμη και ταχύτητα εξαφανίζοντας τουλάχιστον το μισό μέσα του, χτυπώντας πάτο στο λαρύγγι του. Κατεβάζει το σώμα του, σχηματίζει ευθεία με τον λαιμό, ανοίγει δίοδο στον φάρυγγα και πιέζει. Ακόμη λίγα εκατοστά από τον πούτσο μου καταφέρνουν να εξαφανιστούν μέσα στο ορθάνοιχτο στόμα του. Πνίγεται. Συσπάται ολόκληρος. Κλείνει τα μάτια από τα οποία μερικά δάκρυα δραπετεύουν κι επιμένει. Πιέζει πιο δυνατά. Ξαφνικά γλιστράει προς τα μπρος. Η δίοδος άνοιξε και όλο το πέος μου χάνεται μέσα του. Καύλα!

Κοντεύω να τρελαθώ. Βογκάω και αρχίζω να κάνω μικρές, αλλά απότομες συσπάσεις. Σηκώνω τα μπράτσα μου και με τα χέρια μου γραπώνω άγρια και δυνατά τα μαλλιά μου και τα τραβάω. Σφίγγω τα δόντια μου και τεντώνω τον λαιμό μου. Χτυπιέμαι από ηδονή. Το καταλαβαίνει.

Τραβιέται και το βγάζει πάλι όλο έξω. Σκύβει και βουτάει τα βαριά, γεμάτα ζεστό ψωλόχυμα, αρχίδια μου μέσα στο στόμα του και τα μαλάζει με την γλώσσα του. Επιτείνει την αγωνία μου.γκει ιστοριες

Τινάζω το χέρι μου και του γραπώνω τα μαλλιά. Τραβάω το κεφάλι του προς τα πίσω και του σκάω δυο γρήγορα χαστούκια στο κάθε μάγουλο. Χωρίς να περιμένω αντίδραση του πιέζω πάλι το κεφάλι προς τα κάτω. Βλέπω, έστω από τα πλάγια, το χαμόγελό του. Είναι στο στοιχείο του, και είναι πανευτυχής.

Συνεχίζει το έργο του. Τα δευτερόλεπτα περνούν και γίνονται λεπτά. Δεν ξέρω πόσα: δύο, πέντε, δέκα; Ιδέα δεν έχω, και χέστηκα! Οι παλμοί της καρδιάς μου έχουν ανέβει. Βαριανασαίνω και βγάζω βαθύ λαρυγγισμούς. Έχει βάλει το μοτέρ στο φουλ και δίνει ρέστα! Αυτό ήταν. Το νιώθω. Έρχεται.

Η φωνή μου γίνεται αφύσικα ψιλή και κοφτή. Συσπώμαι και τρέμω ολόκληρος. Αυτόματα απλώνω το χέρι μου και καρφώνω το κεφάλι του πάνω στον πούτσο μου που με γαργαλάει ευχάριστα. Δεν χρειάζεται βέβαια γιατί αυτός από μόνος του πιέζει πιο δυνατά τον λαρύγγι του πάνω στον καυτό και πρησμένο πουτσοκέφαλο.

«Χύνωωωω…» καταφέρνω να ψελλίσω καθώς νιώθω τον πίδακα της λευκής λάβας να διασχίζει με ταχύτητα φωτός την μικρή τρυπούλα της ουρήθρας μου, για να χαθεί σε μία άλλη, μαύρη τρυπά, που αχόρταγα καταπίνει την υγρή λευκότητα. Σπέρματα, γαλαξίες ολόκληροι χάνονται για πάντα μέσα στην τρύπα που οδηγεί στα εσώψυχα του σκλάβου μου. Συσπώμαι ξανά. Δεύτερη ριπή. Ανασαίνω. Ξανά. Τρίτη ριπή. Τέταρτη! Βογκάω! Πέμπτη, έκτη! Ανασαίνω. Ακολουθούν μερικοί ακόμη, όχι τόσο έντονοι, σπασμοί. Το στήθος μου κατεβαίνει καθώς εκπνέω μια μεγάλη ποσότητα αέρα από τα πνευμόνια μου. Έχω τα μάτια μου κλειστά, και στην κυριολεξία, βλέπω αστεράκια. Εκατοντάδες, χιλιάδες ίσως, αστεράκια να αναβοσβήνουνε. Επιτέλους. Καταφέρνω να ανοίξω τα μάτια μου που πλημμυρίζουν από φως.

Ακούω υγρούς ήχους. Στρέφω τα μάτια μου προς τα κάτω. Ο αχόρταγος σκλάβος μου ρουφάει με δύναμη το μεγάλο κομμάτι ζεστού κρέατος, που σιγά-σιγά χάνει την σκληράδα του. Προσπαθεί απεγνωσμένα να παρατείνει την ζωή της στύσης μου. Με την γλώσσα του να μαζεύει επιδέξια τις τελευταίες σταγόνες λευκής απόλαυσης που στάζουν από την λεπτή σχισμή της ουρήθρας μου, και με γλυκά, απαλά φιλιά που δίνει στον πουτσοκέφαλο, απολαμβάνει τα τελευταία δευτερόλεπτα της αμοιβής του.

Χαλαρώνω τους μύες και το σώμα μου βουλιάζει προς τα πίσω. Τα πόδια μου λύνονται και γλιστράω ελαφρός προς τα κάτω. Τα χέρια του σκλάβου μου σταματάνε την κάθοδο πιέζοντας μου τα γόνατα. Με απαλές κινήσεις και μαλάξεις της γλώσσας του, καθαρίζει το πέος μου από τυχών υπολείμματα σπέρματος. Χαλαρώνω… Χαλαρώνω… Χαλαρώνω… Μετά από λίγα λεπτά που φάνηκαν σαν αιώνες, ένοιωσα την ζωτική μου δύναμη να επιτρέψει στο σώμα μου. Σφίχτηκα και έσυρα τον εαυτό μου πίσω στον καναπέ, φέρνοντας το ταυτόχρονα σε καθιστική στάση. Ο σκλάβος μου καθόταν οκλαδόν ανάμεσα στα σκέλια μου, έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στον, κοιμούμενο τώρα πια, γίγαντα που ο Θεός προίκισε ανάμεσα στα σκέλια μου. Άπλωσα το χέρι μου και του χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Δέχτηκε το χάδι με χαρά αυτή την φορά, νιώθοντας μέχρι τα βάθη της ψυχής του την ικανοποίηση της γνώσης πως πραγματικά άξιζε το χάδι και την επιβράβευση. Είδα το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη του.

«Έτσι μπράβο!» του είπα με βαριά φωνή. «Είσαι ένας πολύ καλός σκλάβος. Ένας πραγματικός σκλάβος που κάθε αφέντης θα ήταν περήφανος να έχει». Το χαμόγελό του μεγάλωσε.

Όταν ένοιωσα πως είχα συνέλθει πλήρως, ανήγγειλα την απόφαση για την αναχώρησή μου. Το δουλικό αμέσως άρχισε τις διεργασίες. Σήκωσε το εσώρουχο μου τοποθετώντας τον πούτσο μου, με φανερή αγάπη, στην σωστή του θέση. Κατόπιν με έντυσε φορώντας μου τα ρούχα ένα-ένα, και τέλος, αφού μου φόρεσε και το πουκάμισο, και σηκώθηκα όρθιος για να τον διευκολύνω, έδεσε την ζώνη μου και κούμπωσε το παντελόνι.

Σήκωσα το χέρι μου για να δω την ώρα στο ρολόι. Όλα πήγαιναν… ρολόι. Στην ώρα την σωστή που έπρεπε να τελειώσει.

«Λοιπόν,» απηύθυνα τον λόγο στον σκλάβο μου, «σήμερα ήσουν πολύ καλός. Πραγματικά δεν μπορούσα να ελπίζω σε τίποτα καλύτερο από αυτό που πρόσφερες σήμερα. Τώρα όμως ήρθε η ώρα να φύγω. Να ξέρεις πως ο Αφέντης σου είναι περήφανος για σένα και θα σε σκέφτεται συχνά τις επόμενες μέρες. Θέλω να είσαι καλό παιδί και να είσαι φρόνιμο για όσο θα λείπω. Κατάλαβες σκλάβε; Μίλα».gay gnorimies
«Μάλιστα αφέντη,» αποκρίθηκε με χαμηλωμένο βλέμμα.

Περπάτησα ως την πόρτα με τον σκλάβο να με ακολουθεί στα τέσσερα. Γύρισα και τον κοίταξα. Του είπα να τεντώσει το κεφάλι του. Με κλειστά μάτια έκανε όπως τον διέταξα κι έλυσα το κολάρο του. Ήτανε ελεύθερος πια.

Έμεινα για λίγο να κοιτάζω το πρόσωπό του με αδικαιολόγητη αγάπη. Αυτό το πλασματάκι μου προσέφερε πολύ χαρά στην ζωή. Ήθελα να του χαϊδέψω τα μαλλιά, να του πω πόσο καλός είναι, και πόσο τυχερός ήμουν που τον βρήκα και τον έκανα δικό μου. Αλλά… Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Ο μικρός ήταν αυτό που ήτανε: ένα υποτακτικής ψυχολογίας αδέσποτο. Φτιαγμένο να υπακούει και να εκτελεί εντολές. Δεν ήταν ένα μικρό κουτάβι που ήθελε χάδια και παιχνίδια.

Άπλωσα το χέρι και του χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Είδα το χαμόγελό του να εξαφανίζεται στιγμιαία. Το περίμενα. Στιγμιαία κι εγώ γραπώνω μια μεγάλη τούφα από τα μαλλιά του, και με το άλλο χέρι του αστράφτω απότομα πολλά μαζεμένα χαστούκια σε κάθε μάγουλο. Κατόπιν, με ένα τίναγμα, τον πετάω προς τα πίσω για να σκάσει φαρδύς-πλατύς ανάσκελα στο πάτωμα.

Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω χωρίς να πω άλλη λέξη. Γυρνάω και ρίχνω μία τελευταία γρήγορη ματιά καθώς κλείνω την πόρτα. Προλαβαίνω και βλέπω τον σκλάβο να έχει γραπώσει το πέος του και να αυνανίζεται σε ξέτρελους ρυθμούς.

Μπαίνω στο ασανσέρ. Καθώς κατεβαίνω κάτω εξετάζομαι προσεχτικά στον καθρέφτη για τυχών «προδοτικά» σημάδια. Τίποτα. Καθαρός. Σκέφτομαι τον μικρό και σκάω ένα χαμόγελο στον εαυτό μου. Πρωτοχρονιά αύριο, σκέφτομαι. Βγάζω το κινητό και στέλνω μήνυμα στην γυναίκα μου να ζεστάνει το φαγητό γιατί σχόλασα και σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.

Το βράδυ, κάνω έρωτα στην γυναίκα μου. Έτσι, για το καλό του χρόνου. Έχω όμως τα μάτια μου κλειστά. Μόνο που πίσω από τα κλειστά μου μάτια, βλέπω το σώμα του πιστού και καλού μου σκλάβου…

gay sex alvanos

πηγή: faunlet.blogspot.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Call Now Button